kkkkkkkkkkk

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διδακτική ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διδακτική ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού...(διδακτική Ιστορία )



Μπροστά από μισό περίπου αιώνα ζούσε ένας αγροφύλακας, πού τον έλεγαν Αντώνη και ήταν γνωστός σε πολλά χωριά της Κόνιτσας, ιδίως για τη μεγάλη του οικογένεια. Είχε εννιά παιδιά, από δύο έως δέκα εφτά χρονών. Έξι ήταν κορίτσια και τρία αγόρια Ήταν άνθρωπος διαφορετικός, με ξεχωριστό ήθος και ασυνήθιστη συμπεριφορά.
Όσοι τον γνώριζαν, τον περιέγραφαν με υπερβολικά λόγια. Οι περισσότεροι τον επαινούσαν και τον συμπαθούσαν. Υπήρχαν, βέβαια, κι εκείνοι, πού τον αντιπαθούσαν, χωρίς αιτία και μιλούσαν περιφρονητικά. Ό ίδιος, αδιαφορώντας για το τι λένε οι άλλοι, ήταν ορμητικός στη ζωή του. Απ’ τους ανθρώπους δεν ζητούσε βοήθεια. Προσπαθούσε με τις δικές τους δυνάμεις να καλύπτει τις βασικές ανάγκες της οικογένειας του. Είχε το μικρό μισθό του, τα χωράφια, το κυνήγι και μερικά ευκαιριακά μεροκάματα.
Ή γυναίκα του, ή Δέσπω, ήταν απλή και προσπαθούσε να μεγαλώσει τα παιδιά της με αξιοπρέπεια, χωρίς γογγυσμούς και θορύβους. Ήταν και απερίεργη. Δεν ήθελε να μαθαίνει τι συνέβαινε στους άλλους, στα ξένα σπίτια Απέφευγε το κουτσομπολιό και τις φιλονικίες. Ωστόσο, οί άλλοι ασχολούνταν καθημερινά με το σπίτι της. Τη σχολίαζαν με τρόπο σκληρό και τη χαρακτήριζαν καθυστερημένη, γιατί δεν έκανε εκτρώσεις. Ή Δέσπω δεν έβγαινε απ’ το σπίτι. Είχε πάντα δουλειές και ήταν μόνιμα κουρασμένη.
Ή φτώχεια της ήταν εμφανής και δικαιολογημένη. Άλλα και ή αδιαφορία των ευπόρων μεγάλη. Δεν θυμόταν ή Δέσπω ποτέ να της έχει συμπαρασταθεί κάποιος. Ούτε μια δραχμή ούτε μια καραμέλα για τα παιδιά της.
Ό Αντώνης, κάθε φορά, πού γυρνούσε απ’ τα χωριά στα οποία υπηρετούσε, κάτι είχε στον τορβά του. Οί άνθρωποι πάντα του έδιναν, γιατί τον θαύμαζαν και τον αγαπούσαν. Τα παιδιά του άνοιγαν τον τορβά, για να δουν τι είχε μέσα Τα λουκούμια, οι καραμέλες και τα φρούτα εξαφανίζονταν αμέσως. Μερικές φορές, όταν έβρισκε ευκαιρία, τα καταβρόχθιζε μόνος του ό ζωηρός και σωματώδης Νικόλας, το τρίτο παιδί της οικογένειας.
Στο σχολείο τα παιδιά του Αντώνη και της Δέσπως ήταν καλοί μαθητές. Δεν αντιμετώπιζαν δυσκολίες και δεν δημιουργούσαν προβλήματα στα αλλά παιδιά ήταν κοινωνικοποιημένα και δεν είχαν απαιτήσεις. Όχι πως υποχωρούσαν συνέχεια και δέχονταν να τους κοροϊδεύουν οί άλλοι, αλλά δεν είχαν εγωισμό και πονηριά.
Ό Αντώνης ήταν αγνός άνθρωπος. Ό χαρακτήρας του τραχύς, ντόμπρος και αποφασιστικός. Αγωνιζόταν αδιάκοπα για την οικογένεια του, γι` αυτό και βρισκόταν σε διαρκή κίνηση. Όλες τις εποχές. Και το χειμώνα, πού δεν υπήρχε κανένας λόγος να τρέχει από χωριό σε χωριό για τυχόν αγροτοζημιές. Ήθελε να γεμίζει καθημερινά τον τορβά του, γιατί καθημερινά έπρεπε να θρέφει δέκα στόματα Μια φορά το μήνα πήγαινε και στη χαράδρα του Αώου, οπού υπήρχαν πολλά γιδοπρόβατα.
Έφτανε μέχρι την τοποθεσία Μύγα περνούσε πάντα απ’ το μοναστήρι του Στομίου, οπού έκανε στάση, Ιδίως όταν γύριζε. Τότε βρισκόταν εκεί ο μοναχός Παΐσιος, νέος μοναχός, πού είχε έρθει απ’ το Άγιο Όρος. Ό Αντώνης γνώριζε το μοναχό και συχνά του εκμυστηρευόταν ότι τον απασχολούσε. Εκείνος ήταν πρόθυμος πάντα και προσπαθούσε με πολλούς τρόπους να βοηθάει τον πολύτεκνο αγροφύλακα.
Στο μοναστήρι ο Αντώνης ήθελε να ανάβει μόνος του τα καντήλια και να προσεύχεται μπροστά στην εικόνα της Παναγίας για την οικογένεια του. Ό μοναχός Παΐσιος άφηνε τον Αντώνη ελεύθερο, γιατί γνώριζε την καλή του προαίρεση και τη βαθιά του πίστη. Δεν μπορούσε, όμως, να εξηγήσει τον πυροβολισμό, πού άκουγε κάθε φορά, πού απομακρυνόταν απ’ το μοναστήρι ο Αντώνης. Ήξερε ότι είχε πάντα το δίκαννο κοντά του, άλλα δεν γνώριζε τι σημάδευε. Δεν τον είχε ρωτήσει, γιατί δεν ήθελε να φανεί περίεργος. Συνεχιζόταν αυτή ή τακτική για αρκετούς μήνες. Κάποτε, όμως, ομοναχός, ετοιμάζοντας καφέ στον Αντώνη, βρήκε την κατάλληλη στιγμή και τον ρώτησε:
-Βρε Αντώνη, κάθε φορά, πού φεύγεις απ’ το μοναστήρι, ακούω και μια ντουφέκια. Τι βρίσκεις και σημαδεύεις;
Ό Αντώνης, λίγο ανήσυχος, αποκάλυψε:
—Ξέρεις, παππούλη, εγώ έχω μεγάλη οικογένεια και τα οικονομικά μου είναι λιγοστά Δεν φτάνουν ν’ αγοράσω κρέας νια τα παιδιά μου. Έτσι παίρνω κοντά και το δίκαννο κι όταν βρω κάτι στο βουνό, το σκοτώνω.
-Μα εσύ ντουφεκάς κάθε φορά, πού έρχεσαι εδώ.
-Πρέπει να στο φανερώσω, παππούλη, τι κάνω. Όταν ανάβω τα καντήλια, κάνω την προσευχή μου και ζητάω απ’ την Παναγία να με βοηθήσει να πάω στα παιδιά μου λίγο κρέας. Κι εκείνη πάντα βοηθάει. Εγώ παίρνω λάδι απ’ το καντήλι της και αλείφω κάθε φορά το στόχαστρο, πού είναι πάνω στην κάνη και όλο κάτι βρίσκω.
-Πιστεύεις ότι σε βοηθάει ή Παναγία σ’ αυτό;
-Βέβαια, παππούλη. Σε μια συγκεκριμένη μεριά, εκεί κοντά στον Ασπρόλακκο, τις περισσότερες φορές με περιμένει κάποιο αγριοκάτσικο, σταλμένο απ’ την Παναγία. Το σκοτώνω και το παίρνω.
Ό μοναχός Παΐσιος είχε μείνει κατάπληκτος απ’ αυτό, πού άκουσε. Ζήλευε τον Αντώνη για την πίστη του, αλλά και τον καθαρό του νου. Τον θαύμαζε, πού με την προσευχή εξασφάλιζε το κρέας των παιδιών του.
Ό Αντώνης, όταν σκότωνε το απαγορευμένο απ’ το νόμο ζώο, το σήκωνε στην πλάτη του και κατηφόριζε από ένα δικό του μονοπάτι κοντά στη όχθη του ποταμού Αώου, σ’ ένα κρυφό σημείο, οπού κανένας δεν μπορούσε να τον δει . Ήταν δύο μεγάλες πέτρες, πού είχαν σχηματίσει μια πυραμίδα κι ένα μικρό σπήλαιο, ενώ γύρω γύρω υπήρχαν ιτιές και διάφοροι θάμνοι. εκεί ό Αντώνης έγδερνε το αγριοκάτσικο, το κομμάτιαζε και το έβαζε μέσα στους τορβάδες του. Κι όταν εκείνος έφευγε απ’ το σπήλαιο, εμφανίζονταν οι αλεπούδες και τα τσακάλια, πού έτρωγαν ότι άφηνε ό λαθροκυνηγός. Συγχρόνως κατέβαιναν και τα κοράκια, πού ζητούσαν το δικό τους μερίδιο.
Ό Αντώνης, φορώντας την υπηρεσιακή του στολή, φορτώνονταν το κρέας, πού κάποτε έφτανε και τα είκοσι κιλά και οδοιπορούσε πολλές ώρες, για να φτάσει στο σπίτι του. Ή ικανοποίηση του ήταν βαθιά και ή ευχαριστία προς την Παναγία αδιάκοπη.
Όταν ό μοναχός Παΐσιος έφυγε απ’ το μοναστήρι του Στομίου, ό Αντώνης συνέχισε για λίγα χρόνια την ίδια διαδρομή, όσο άντεχαν οι σωματικές του δυνάμεις. Πολύ αργότερα, συνταξιούχος πια, έμαθε ότι ό γνωστός του μοναχός Παΐσιος βρισκόταν στο Άγιο Όρος και θέλησε να τον επισκεφθεί. Ή συνάντηση υπήρξε συγκινητική. Ό φημισμένος πια μεγάλος Γέροντας θυμήθηκε τα παλιά και συμβούλεψε το γερασμένο Αντώνη:
Να διατηρήσεις την εμπιστοσύνη σου στην πρόνοια του Θεού και να ‘σαι σίγουρος ότι όλα θα πηγαίνουν καλά.

Ο ανόητος και ο βασιλιάς


Ο ανόητος άνθρωπος και ο βασιλιάς


Κάποτε, ένας άνθρωπος ανόητος ξεκίνησε για το παλάτι του βασιλιά. Στον δρόμο, οι άλλοι τον έδειχναν και γελούσαν μαζί του.

«Τι δουλειά έχει ένας ανόητος στο παλάτι του βασιλιά;» του έλεγαν σαρκαστικά. «Θα γίνω ο δάσκαλος του βασιλιά», τους απαντούσε εκείνος με βεβαιότητα.


Η απάντησή του έκανε τους άλλους να γελούν περισσότερο.

Όταν λοιπόν έφτασε στο παλάτι, ο βασιλιάς σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να διασκεδάσει λίγο μαζί του.

«Πώς τολμάς να έρχεσαι και να ενοχλείς τον βασιλιά;» τον ρώτησε με αυστηρό τόνο.

«Είμαι εδώ για να γίνω δάσκαλός σας», απάντησε με σιγουριά ο ανόητος.

Ο βασιλιάς γέλασε με την καρδιά του. «Τι θα μπορούσε ένας ανόητος σαν κι εσένα να μου διδάξει;».

 «Ορίστε», απάντησε αυτός. «Ήδη αρχίσατε να μου κάνετε ερωτήσεις».

Στην αίθουσα έπεσε νεκρική σιγή και όλο το προσωπικό κρατούσε την αναπνοή του.

Ο βασιλιάς αιφνιδιάστηκε, αλλά στη συνέχεια του είπε: «Οφείλω να ομολογήσω ότι η αντίδρασή σου ήταν έξυπνη, αλλά δεν απάντησες στην ερώτησή μου».

«Βασιλιά μου, μόνο ένας ανόητος έχει μια απάντηση για τα πάντα».

Ο βασιλιάς έμεινε εμβρόντητος. «Μα τι γνώμη θα σχηματίσουν οι υπήκοοί μου αν κάνω έναν ανόητο δάσκαλό μου;».

«Είναι προτιμότερο να υπάρχει ένας ανόητος δάσκαλος παρά ένας ανόητος βασιλιάς», απάντησε εκείνος.

Ο βασιλιάς αιφνιδιάστηκε από τις απαντήσεις του ανόητου, αλλά προσπάθησε να σώσει την κατάσταση με μια έξυπνη ερώτηση: «Αν όμως πάρω έναν ανόητο ως δάσκαλο, δεν σημαίνει ότι είμαι κι εγώ ανόητος;».

«Βασιλιά μου, μόνο ένας ανόητος θεωρεί ότι δεν είναι ανόητος».

Και έτσι, μετά απ’ αυτό, ο ανόητος έγινε τελικά δάσκαλος του βασιλιά.

via



Το νησί των συναισθημάτων


Το νησί των συναισθημάτων του Μάνου Χατζιδάκη

Ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε πριν από πολλά χρόνια το Νησί των Συναισθημάτων, ένα συγκινητικό και τρυφερό κείμενο για την αγάπη και την αξία της στο χρόνο. Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα. Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα. Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν. Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή. Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό. Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;», «Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα» Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος. «Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη. «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία. Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια. «Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου». Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη. Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια. Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!». Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του. Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του. Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση: «Γνώση, ποιος με βοήθησε»; «Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση. «Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε o Χρόνος;» Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε: «Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».


 

Μην παραιτείσαι


 Ήταν μια φορά μια κάμπια που είχε ερωτευτεί ένα λουλούδι.


Ήταν, οπωσδήποτε, ένας αδύνατος έρωτας, αλλά το έντομο δεν σκόπευε να αποπλανήσει το λουλούδι ούτε να κάνει σχέση μαζί του. Ούτε καν ήθελε να του μιλήσει για έρωτα. Ονειρευόταν μόνο να φτάσει μέχρι το λουλούδι και να του δώσει ένα φιλί. Μόνο ένα φιλί.

Κάθε πρωί και κάθε απόγευμα η κάμπια έβλεπε τον αγαπημένο της όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο μακριά. Κάθε νύχτα, ονειρευόταν πως τελικά τον έφτανε και τον φίλαγε.

Μια μέρα, η μικρή κάμπια αποφάσισε πως δεν μπορούσε να συνεχίσει να ονειρεύεται κάθε νύχτα το λουλούδι και να μην κάνει τίποτα για να πραγματοποιήσει το όνειρό της. Έτσι, θαρραλέα, ανακοίνωσε στους φίλους της τους σκαραβαίους, τα μυρμήγκια και τα σκουλήκια ότι θα σκαρφάλωνε στο κοτσάνι, για να φιλήσει το λουλούδι.

Όλοι συμφώνησαν πως είχε τρελαθεί, και οι περισσότεροι προσπάθησαν να τη μεταπείσουν, αλλά δεν υπήρχε τρόπος: η κάμπια σύρθηκε μέχρι τη ρίζα του μίσχου κι άρχισε την ανάβαση. Σκαρφάλωνε όλο το πρωί κι όλο το απόγευμα αλλά, όταν ο ήλιος κρύφτηκε, οι μύες της είχαν εξαντληθεί. «Θα περάσω τη νύχτα πιασμένη απ’ το μίσχο, κι αύριο θα συνεχίσω να ανεβαίνω. Είμαι πιο κοντά απ’ ό,τι χτες» σκέφτηκε, παρόλο που είχε ανέβει μόνο δέκα εκατοστά, ενώ το λουλούδι ήταν πάνω από ενάμισι μέτρο ψηλό. Ωστόσο, το χειρότερο είναι πως, ενώ η κάμπια κοιμόταν, το γλοιώδες και υγρό σώμα της γλίστρησε πάνω στο κοτσάνι και η κάμπια ξύπνησε εκεί ακριβώς απ’ όπου είχε ξεκινήσει μια μέρα πριν.

Η κάμπια κοίταξε προς τα πάνω και σκέφτηκε πως έπρεπε να κάνει διπλή προσπάθεια κατά τη διάρκεια της μέρας και να πιαστεί καλύτερα τη νύχτα. Οι καλές της προθέσεις δεν ωφέλησαν καθόλου. Κάθε μέρα η κάμπια σκαρφάλωνε, και κάθε νύχτα γλιστρούσε ξανά μέχρι κάτω. Ωστόσο, κάθε νύχτα, ενώ γλιστρούσε ασυναίσθητα, συνέχιζε να ονειρεύεται το ποθητό φιλί.

Οι φίλοι της της ζήτησαν να παραιτηθεί από το όνειρό της, ή να ονειρευτεί κάτι άλλο , αλλά η κάμπια υποστήριξε με λογική, ότι δεν μπορούσε να αλλάξει το όνειρο που έβλεπε ενώ κοιμόταν κι ότι, αν εγκατέλειπε τα όνειρά της, θα έπαυε να είναι αυτή που ήταν. Όλα συνεχίστηκαν έτσι για μέρες, μέχρι που ένα βράδυ…

Ένα βράδυ η κάμπια ονειρεύτηκε τόσο έντονα το λουλούδι, που τα όνειρά της μετατράπηκαν σε φτερά, και το πρωί η κάμπια ξύπνησε πεταλούδα, άπλωσε τα φτερά της, πέταξε μέχρι το λουλούδι και το φίλησε.


Το αξεπλήρωτο χρέος και τα δώρα του μαχαραγιά

 



Τα δώρα του μαχαραγιά

Μια φορά, ένας μαχαραγιάς που ήταν διάσημος για τη μεγάλη σοφία του, έκλεινε τα εκατό χρόνια. Το γεγονός έγινε δεκτό με μεγάλη χαρά διότι όλοι αγαπούσαν πολύ τον κυβερνήτη τους. Στο παλάτι οργάνωσαν μια μεγάλη γιορτή για τη βραδιά εκείνη, και προσκάλεσαν τους ισχυρούς των άλλων βασιλείων.

Ήρθε η μέρα, κι ένα βουνό από δώρα στήθηκε στην είσοδο της σάλας όπου ο μαχαραγιάς θα πήγαινε να χαιρετήσει τους καλεσμένους του. Στο δείπνο, ο μαχαραγιάς ζήτησε από τους υπηρέτες του να ξεχωρίσουν τα δώρα σε δύο ομάδες. Σ΄αυτά που έγραφαν αποστολέα και σ΄αυτά που κανένας δεν ήξερε ποιος τα είχε στείλει.

Την ώρα του επιδορπίου, ο βασιλιάς έβαλε να φέρουν τις δύο στοίβες με τα δώρα. Από τη μια ήταν εκατοντάδες μεγάλα και ακριβά δώρα, κι από την άλλη καμιά δεκαριά.

Ο μαχαραγιάς άρχισε να ανοίγει τα δώρα που είχαν αποστολέα και καλούσε αυτούς που τα είχαν στείλει. Έναν έναν, τον έβαζε ν΄ανέβει στο θρόνο και του έλεγε: «Σ΄ευχαριστώ για το δώρο σου. Σου το επιστρέφω και είμαστε όπως πριν». Και του έδινε πίσω το δώρο, ότι κι αν ήταν.

Όταν τελείωσε με την πρώτη στοίβα, πήγε στη δεύτερη και είπε: «Αυτά τα δώρα που δεν έχουν αποστολέα θα τα δεχτώ, γιατί δεν μου δημιουργούν καμία υποχρέωση, και στην ηλικία μου δεν είναι καλό να δημιουργείς χρέη».

Κάθε φορά που δέχεσαι κάτι, Ντεμιάν, μπορεί στη διάθεσή σου ή στη διάθεση του άλλου αυτό να μετατραπεί σε χρέος. Σ΄αυτήν την περίπτωση, καλύτερα να μη δέχεσαι τίποτα.

Αν, όμως, νιώθεις ικανός να δίνεις χωρίς να περιμένεις πληρωμή και να παίρνεις δίχως να νιώθεις υποχρέωση, τότε μπορείς να δίνεις ή όχι, να παίρνεις ή όχι, αλλά ποτέ δεν θα μείνεις χρεωμένος. Και το πιο σημαντικό: ποτέ κανένας δεν θα σου αφήσει αξεπλήρωτο χρέος γιατί κανένας ποτέ δεν θα σου χρωστάει τίποτα.



Το μοιρασμένο φλουρί - Παύλος Νιρβάνας

 ……………..ένα Πρωτοχρονιάτικο διήγημα

Την Πρωτοχρονιά είθισται να ανταλλάσσουμε ευχές χρησιμοποιώντας εκφράσεις οι οποίες έχουν καταστεί στερεότυπες και δεν αποδίδουν το πραγματικό νόημα της έλευσης του νέου έτους. Φέτος θα ευχηθούμε με ένα χρονογράφημα του μεγάλου λογοτέχνη Παύλου Νιρβάνα με τίτλο «Το μοιρασμένο φλουρί». Ο Παύλος Νιρβάνας (το πραγματικό του ονοματεπώνυμο ήταν Πέτρος Αποστολίδης) γεννήθηκε στην Μαριούπολη της Ουκρανίας το 1866 και πέθανε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 1937. Υπήρξε εκ των μεγαλύτερων ηθογράφων της εποχής, προσωπικός φίλος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και τα έργα του χαρακτηρίζονται από λυρισμό και συμβολισμούς.

—————————————-

Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου ‘πεσε – ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα- βγήκε μοιρασμένο. Πώς έρχονται τα πράματα καμιά φορά! Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει τα κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε σαν να θυμήθηκε κάτι.

«Ξεχάσαμε» είπε «το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να’ ρθει ύστερ’ απ’ τους αγίους. Ας είναι όμως……θα το κόψω τώρα και ύστερα θ’ αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός». 

Κατέβασε το μαχαίρι. «Του φτωχού…» ονομάτισε. Έπειτα ερχότανε το δικό μου το κομμάτι, που ήμουν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά. Καθώς τραβούσε όμως το κομμάτι του φτωχού, για να κόψει το δικό μου, το χρυσό φλουρί κύλησε απάνω στο τραπεζομάντιλο. Το κόψιμο της πίτας σταμάτησε. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον, κι ο πατέρας όλους μας. «Ποιανού είναι τώρα το φλουρί;» είπε η μητέρα μου. Του ζητιάνου ή του Πέτρου; Εγώ λέω πως είναι του Πέτρου». Η καημένη η μητέρα. Το είχε καημό να μου πέσει εμένα το φλουρί, γιατί ήμουν άτυχο παιδί. Ποτέ μου δεν είχα κερδίσει τίποτε. «Ούτε του ζητιάνου είναι» είπε ο πατέρας μου «ούτε του Πέτρου». Το σωστό σωστό. Το φλουρί μοιράστηκε. Ήτανε ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Καθώς τα χώρισε το μαχαίρι, έπεσε κάτω. Το μισό είναι του ζητιάνου, το μισό του Πέτρου.» «Και τι θα γίνει τώρα;» ρώτησε στεναχωρημένη η μητέρα μου. «Τι θα γίνει; …» συλλογιζόμαστε κι εμείς. « Μην πονοκεφαλάτε …» είπε ο πατέρας.


Άνοιξε το πορτοφολάκι του, έβγαλε από μέσα δύο μισές χρυσές λίρες και τις ακούμπησε στο τραπέζι: «Να τι θα γίνει. Αυτή φυλάχτε τη να τη δώσετε στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα μας. Είναι η τύχη του. Η άλλη μισή είναι του Πέτρου». Και μου την έδωκε. «Καλορίζικη! Και του χρόνου, παιδί μου. Είσαι ευχαριστημένος;» Ήμουν και με το παραπάνω. Η ιδέα, μάλιστα, πως είχα συντροφέψει με το ζητιάνο με διασκέδαζε πολύ. «Θα του τη δώσω εγώ, με το χέρι μου…» είπα. Γελούσαμε όλοι με την παράξενη τύχη μου. Τα άλλα παιδιά με πειράζανε: «Ο σύντροφος του ζητιάνου». Μονάχα ο πατέρας μου δε γελούσε. Εκείνος με τράβηξε κοντά του, με φίλησε και μου είπε: «Μπράβο σου. Είσαι καλό παιδί».

Το άλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε η πόρτα. Κάτι μου έλεγε πως ήταν ο ζητιάνος, που έφτασε βιαστικός να πάρει το μερίδιό του. Έτρεξα στην πόρτα, με τη μισή λίρα. Ήταν ένας γέρος ζητιάνος με κάτασπρη γενειάδα, γειρτός από τα χρόνια. Και μουρμούριζε ευχές τρέμοντας από το κρύο. «Πάρε, παππού …» του είπα. Ο γέρος, που δεν έβλεπε καλά και που του είχε γυαλίσει, φαίνεται, παράξενα από μακριά το χρυσό νόμισμα, το ‘φερε κοντά στα μάτια του, για να το κοιτάξει καλύτερα. Δε μπορούσε να πιστέψει πως κρατούσε χρυσάφι στα χέρια του τον καιρό εκείνο, που όλοι δίνανε στους ζητιάνους δίλεφτα και μονόλεφτα. «Τι είν’ αυτό, παιδάκι μου;» με ρώτησε. «Δυάρα γυαλισμένη;»

«Μισή λίρα είναι, παππού …» του είπα. «Πάρ’ τηνε. Δικιά σου είναι».

Ο καημένος ο ζητιάνος δεν ήθελε να το πιστέψει: «Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονιούς σου. Δεν έχω όρεξη να με παίρνουν στις αστυνομίες για κλέφτη, μέρα που είναι». Του εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιρασθεί το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο γέρος έτρεμε τώρα περισσότερο. Μα έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τ’ αρρωστημένα του μάτια και είπε: «Ο Θεός είναι μεγάλος. Να ζήσεις, παιδάκι μου, να σε χαίρονται οι γονείς σου. Και ο Θεός να σ’ αξιώσει να ‘χεις πάντα όλα τα καλά, να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Την ευχή μου να ‘χεις».

Μου ‘δωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατά τον ουρανό τα αρρωστημένα του μάτια και κατέβηκε, με το ραβδί του, τη σκάλα. Έτσι τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Μα από τότε, όσες φορές δίνω μια βοήθεια σ’ έναν φτωχό, συλλογίζομαι: Τάχα εγώ μοιράζω τα λεφτά μου με το φτωχό ή ο φτωχός μοιράζεται τα λεφτά του μ’ εμένα; Αυτό δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε τότε, που μοίρασα με τον παλιό ζητιάνο το φλουρί της βασιλόπιτας




Μην ψάχνεις να βρεις κάτι που ήδη ξέρεις - Άκου την ψυχή σου!!!

  

Κάποτε, ένας αυτοκράτορας ζήτησε από έναν άντρα, ο οποίος θεωρούνταν ο σοφότερος άνθρωπος στον κόσμο, να γράψει ένα βιβλίο που θα περιείχε όλη την απαραίτητη γνώση.


Ο σοφός άρχισε να εργάζεται και 12 χρόνια αργότερα έδωσε στον αυτοκράτορα μια σειρά από βιβλία.

«Είναι πάρα πολλά», του είπε ο αυτοκράτορας. «Συγκέντρωσε μόνο όλη την απαραίτητη γνώση σε ένα βιβλίο».

Ο άνθρωπος υπάκουσε και επέστρεψε 4 χρόνια αργότερα με ένα βιβλίο.

«Και πάλι είναι πάρα πολύ», του είπε ο αυτοκράτορας. «Πρέπει να διοικήσω την αυτοκρατορία μου και έχω πολλές υποχρεώσεις. Γράψε σε μερικές σελίδες ό,τι θεωρείς εσύ ότι είναι πραγματικά σημαντικό και ξαναέλα».

Και πάλι ο σοφός στρώθηκε στη δουλειά. Μετά από 2 χρόνια είχε συνοψίσει την ουσία της γνώσης σε αρκετές σελίδες. Τις έδωσε στον αυτοκράτορα, ο οποίος όμως ήταν πολύ απασχολημένος εκείνη την ημέρα και του έδωσε μια τελευταία οδηγία: να γράψει τα πάντα σε ένα φύλλο χαρτί. Ο σοφός χρειάστηκε πολλά χρόνια για να χωρέσει όλη την απαραίτητη γνώση μόνο σε ένα φύλλο χαρτί.

Και πάλι ο αυτοκράτορας δεν έμεινε ευχαριστημένος. «Θα σου κάνω μια πρόταση: σταμάτα να γράφεις. Προσπάθησε να συγκεντρώσεις την ουσία της γνώσης σε μια λέξη και έλα να μου την πεις. Θα σε πληρώσω καλά».


Ο σοφός αποσύρθηκε σε ένα απομονωμένο μέρος και άρχισε να σκέφτεται βαθιά. Όταν τελικά βρήκε τη λέξη που συγκέντρωνε όλη την εμπειρία, τη γνώση και τη σοφία, ζήτησε να υπάρχει και ακροατήριο μαζί με τον αυτοκράτορα, ο οποίος πλέον ήταν γέρος.

«Βρήκες τη λέξη;», τον ρώτησε ο αυτοκράτορας.

«Μάλιστα, Μεγαλειότατε. Την έχω βρει».

«Έλα να μου την ψιθυρίσεις στο αυτί», είπε ο αυτοκράτορας.

Ο σοφός πλησίασε τον αυτοκράτορα, έσκυψε και του ψιθύρισε τη λέξη ώστε να την ακούσει μόνο αυτός.

Τότε ο αυτοκράτορας αναφώνησε: «Μα αυτό το ήξερα ήδη!».

Σημ. Στήλης: Μην ψάχνεις να βρεις την λέξη -κάτι που ήδη ξέρεις-  Άκου την ψυχή σου.. τόχεις!

via



Μπορεί τα πράγματα να μην είναι όπως τα βλέπουμε


 "Ένα νεόνυμφο ζευγάρι μετακόμισε σε μια πολύ ήσυχη γειτονιά. Το πρώτο πρωί στο καινούργιο σπίτι, ενώ απολάμβαναν τον καφέ τους, η γυναίκα παρατήρησε, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, την γειτόνισσα που απλώνει τα σεντόνια της.

Κοίτα τι βρώμικα που είναι τα σεντόνια... Ίσως πρέπει να της διδάξω να πλένει τα κλινοσκεπάσματα.
Ο σύζυγός της κοίταξε και ήταν σιωπηλός. Έτσι, κάθε δύο ή τρεις μέρες, η γυναίκα επανέλαβε τις παρατηρήσεις, όταν η γειτόνισσα άπλωνε τα ρούχα της στον ήλιο. Μετά από ένα μήνα, η γυναίκα βλέπει με μεγάλη έκπληξη τη γειτόνισσα να απλώνει πολύ πιο καθαρά ρούχα, είπε στον άντρα της:
"Κοίτα, έμαθε να πλένει ρούχα!" Θα την δίδαξε κάποια άλλη γειτόνισσα;
Ο σύζυγός της απάντησε:
"Όχι, ξύπνησα νωρίτερα σήμερα το πρωί και έπλυνα τα παράθυρα του σπιτιού μας!"
Και στη ζωή είναι έτσι! Όλα εξαρτώνται από την καθαρότητα του παραθύρου της ψυχής μας μέσω του οποίου παρατηρούμε τα γεγονότα. Πριν από την κριτική, θα ήταν σκόπιμο να ελέγξουμε και να καθαρίσουμε τις ψυχές μας ώστε να μπορούμε να δούμε καθαρά. Τότε θα δούμε πιο καθαρά την αγνότητα της ψυχής των άλλων."


Η υπόσχεση μπορεί και να σκοτώσει (Ηθική ιστορία)

 



"Μια κρύα νύχτα, ένας δισεκατομμυριούχος συνάντησε έναν φτωχό γέρο έξω. Τον ρώτησε: "Δεν νιώθεις ότι κάνει κρύο και δεν φοράς ζεστά ρούχα"? Ο γέροντας απάντησε: Δεν έχω, αλλά το έχω συνηθίσει. Ο δισεκατομμυριούχος απάντησε: "Περιμένετε Εδώ! θα μπω σπίτι μου τώρα και θα σας φέρω ζεστά ρούχα." Ο καημένος ο γέροντας ήταν τόσο χαρούμενος και είπε ότι θα τον περίμενε. Ο δισεκατομμυριούχος μπήκε στο σπίτι του και ξέχασε τον γέροντα.

Το πρωί, θυμήθηκε εκείνον τον φτωχό γέροντα, και βγήκε να τον ψάξει, αλλά τον βρήκε νεκρό απο το κρύο. Μα ο γέροντας άφησε ένα σημείωμα: "Δεν είχα ζεστά ρούχα αλλά είχα τη δύναμη να παλέψω με το κρύο γιατί το είχα συνηθίσει, αλλά όταν υποσχέθηκες να με βοηθήσεις, ήμουν προσκολλημένος στην υποσχεσή σου και οι ώρες περνούσαν περιμένοντας, και έτσι έχασα την δυναμή μου να αντισταθώ."
ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ: Μην υποσχεθείς τίποτα, ούτε καν αγάπη, αν δεν μπορείς να κρατήσεις την υποσχεσή σου.
Μπορεί να μην σημαίνει τίποτα για σένα, αλλά θα μπορούσε να σημαίνει τον "κόσμο όλο" για κάποιον άλλον!!!!
via

Nayia Kouls

Όταν η αγάπη γίνεται πράξη


Ο σoφός βασιλιάς-Μια αλληγορική ιστορία




Σε κάποια πόλη οι πολίτες είχαν έθιμο να επιλέγουν για βασιλιά τους έναν άγνωστο που δεν ήξερε τους νόμους και τα έθιμά τους. Αφού τον έστεφαν βασιλιά, τον έντυναν με πανέμορφα ρούχα, τον έτρεφαν αφειδώς και τον περιέβαλαν με κάθε πολυτέλεια. Ωστόσο μόλις περνούσε ένας χρόνος από τη στέψη του , τον εκθρόνιζαν, του έπαιρναν πίσω τα ρούχα και όλες τις ανέσεις που του έδωσαν και τον οδηγούσαν τελείως γυμνό σε κάποιο απομακρυσμένο νησί, όπου μπορούσε να πεθάνει από τις κακουχίες και τη δυστυχία. Ύστερα, οι πολίτες αυτής της πόλεως διάλεγαν άλλον ξένο για βασιλιά τους, μόνο για ένα χρόνο πάλι, κατόπιν διάλεγαν έναν τρίτο ξένο, ύστερα έναν τέταρτο, πέμπτο, έκτο κ.ο.κ.

Κάποτε συνέβη να επιλέξουν έναν πολύ σοφό και προσεκτικό άνθρωπο για βασιλιά τους. Αυτός πληροφορήθηκε από τους υπηρέτες του το τι είχε συμβεί στους προηγούμενους βασιλείς , μετά την ετήσια θητεία τους. Έτσι, λοιπόν, στη διάρκεια της δικής του θητείας συγκέντρωνε επιμελώς προμήθειες τροφίμων και αγαθών και τα έστελνε καθημερινά σ’ εκείνο το νησί.

Όταν συμπληρώθηκε ο χρόνος του και ήρθαν και του πήραν όλα όσα είχε, αγαθά και ρούχα, οδηγώντας τον ύστερα στο νησί της εξορίας, εκείνος βρέθηκε με τεράστια αποθέματα φαγητών, πολύτιμων λίθων, ασημιού και χρυσού, κι έτσι συνέχισε να ζει εκεί ακόμη καλύτερα απ’ ό,τι είχε ζήσει στην πόλη!

Η ερμηνεία αυτής της ιστορίας; Η πόλη αντιπροσωπεύει τον κόσμο, οι πολίτες τα πονηρά πνεύματα και οι βασιλείς είναι οι άνθρωποι, άφρονες ή σοφοί.

Οι άφρονες σκέπτονται μόνο τις απολαύσεις της παρούσας ζωής, σαν να ήταν αιώνιες˙ στο τέλος έρχεται ο θάνατος και τους στερεί όλες τις απολαύσεις και τότε, απογυμνωμένοι από κάθε αγαθό, πηγαίνουν στην κόλαση. Απεναντίας , οι σοφοί επιτελούν πολλά καλά έργα και στέλνουν τα καλά έργα τους να προπορεύονται στον άλλο κόσμο. Στην κοίμησή τους, οι σοφοί βασιλείς – οι αγαθοί άνθρωποι- αναχωρούν για εκείνο τον κόσμο, όπου τους περιμένουν συσσωρευμένοι θησαυροί και όπου βασιλεύουν με ακόμη μεγαλύτερη δόξα και ομορφιά απ' ό,τι βασίλευαν εδώ στη γη!

---
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς - Πνευματικό ημερολόγιο - Ο Πρόλογος της Αχρίδος: Βίοι Αγίων, Ύμνοι, Στοχασμοί και Ομιλίες για κάθε ημέρα του χρόνου: Νοέμβριος

Nayia Kouls



Πρόσεξε την ψυχή σου… (μία διδακτική και ωφέλιμη ιστορία)




Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς, ο οποίος είχε ένα γιο πονηρό. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για αλλαγή προς το καλύτερο, ο πατέρας καταδίκασε τον γιο του σε θάνατο. Του έδωσε ένα μήνα περιθώριο για να προετοιμαστεί. Πέρασε ο μήνας, και ο πατέρας ζήτησε να παρουσιασθεί ο γιος του. Προς μεγάλη του έκπληξη, παρατήρησε πως ο νεαρός ήταν αισθητά αλλαγμένος: το πρόσωπό του ήταν αδύνατο και χλωμό, και ολόκληρο το κορμί του έμοιαζε να είχε υποφέρει.
«-Πώς και σου συνέβη τέτοια μεταμόρφωση, γιέ μου;», ρώτησε ο πατέρας.
«-Πατέρα μου και κύριέ μου», απάντησε ο γιος, «πώς είναι δυνατόν να μην έχω αλλάξει, αφού η κάθε μέρα με έφερνε πιο κοντά στον θάνατο;».
«-Καλώς, παιδί μου», παρατήρησε ο βασιλιάς. «Επειδή προφανώς έχεις έρθει στα συγκαλά σου, θα σε συγχωρήσω. Όμως, θα χρειαστεί να τηρήσεις αυτή την διάθεση επιφυλακής της ψυχής σου, για την υπόλοιπη ζωή σου».
«-Πατέρα μου», απάντησε ο γιος, «αυτό είναι αδύνατο. Πώς θα μπορέσω να αντισταθώ στα αμέτρητα ξελογιάσματα και τους πειρασμούς;».
Ο βασιλιάς τότε διέταξε να του φέρουν ένα δοχείο γεμάτο λάδι, και είπε στον γιο του: Πάρε αυτό το δοχείο, και μετάφερέ το στα χέρια σου, διασχίζοντας όλους τους δρόμους της πόλεως. Θα σε ακολουθούν δύο στρατιώτες με κοφτερά σπαθιά. Εάν χυθεί έστω και μία σταγόνα από το λάδι, θα σε αποκεφαλίσουν».
Ο γιος υπάκουσε. Με ανάλαφρα, προσεκτικά βήματα, διέσχισε όλους τους δρόμους της πόλεως, με τους στρατιώτες να τον συνοδεύουν συνεχώς, και δεν του χύθηκε ούτε μία σταγόνα. Όταν επέστρεψε στο κάστρο, ο πατέρας τον ρώτησε:
«-Γιέ μου, τι πρόσεξες καθώς τριγυρνούσες μέσα στους δρόμους της πόλεως;».
«-Δεν πρόσεξα τίποτε».
«-Τι εννοείς, ‘τίποτε’;», τον ρώτησε ο βασιλιάς. «Σήμερα ήταν μεγάλη γιορτή. Σίγουρα θα είδες τους πάγκους που ήταν φορτωμένοι με πολλές πραμάτειες, τόσες άμαξες, τόσους ανθρώπους, ζώα».
«-Δεν είδα τίποτε απ’ όλα αυτά», είπε ο γιος. «Όλη η προσοχή μου ήταν στραμμένη στο λάδι μέσα στο δοχείο. Φοβήθηκα μην τυχόν μου χυθεί μια σταγόνα και έτσι χάσω τη ζωή μου».
«-Πολύ σωστή η παρατήρησή σου», είπε ο βασιλιάς. «Κράτα λοιπόν αυτό το μάθημα κατά νου, για την υπόλοιπη ζωή σου. Να τηρείς την ίδια επιφυλακή για την ψυχή μέσα σου, όπως έκανες σήμερα για το λάδι μέσα στο δοχείο. Να στρέφεις τους λογισμούς σου μακριά από εκείνα που γρήγορα παρέρχονται, και να τους προσηλώνεις σε εκείνα που είναι αιώνια. Θα είσαι ακολουθούμενος, όχι από οπλισμένους στρατιώτες, αλλά από τον θάνατο, στον οποίον η κάθε μέρα μας φέρνει πιο κοντά. Να προσέχεις πάρα πολύ να φυλάς την ψυχή σου από όλους τους καταστροφικούς πειρασμούς».
Ο γιος υπάκουσε τον πατέρα, και έζησε έκτοτε ευτυχής.
«Γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε».
via

Η πραγματικότητα είναι πάντα ίδια (Διδακτική ιστορία)



”Εμένα μου φαίνεται πως οι γονείς μου γέρασαν και το ‘χουν χάσει”.
”Και μένα μου φαίνεται πως εσύ τους κοιτάς με διαφορετικά μάτια”.
”Μα τι σημασία έχει αυτό; Αυτό που είναι, είναι όπως λες κι εσύ”.
”Άκουσε μια ιστορία”.
Ο βασιλιάς ήταν ερωτευμένος με τη Σαμπρίνα, μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής που την έκανε τελευταία του γυναίκα. Ένα απόγευμα κι ενώ ο βασιλιάς έλειπε στο κυνήγι ήρθε ένας αγγελιοφόρος να ειδοποιήσει ότι η μητέρα της Σαμπρίνας ήταν άρρωστη.
Ο βασιλιάς της είχε απαγορεύσει να χρησιμοποιεί την προσωπική του άμαξα, κι αν παραβίαζε την εντολή του θα το πλήρωνε με το κεφάλι της. Όταν γύρισε ο βασιλιάς έμαθε τα καθέκαστα.
”Μα δεν είναι θαυμάσιο” είπε ” αυτό είναι αληθινή αγάπη κόρης προς τη μητέρα. Δεν την ένοιαζε να διακινδυνεύσει το κεφάλι της για να φροντίσει τη μητέρα της. Είναι υπέροχη.”
Την επόμενη μέρα κι ενώ η Σαμπρίνα καθόταν στο κήπο του παλατιού κι έτρωγε φρούτα, ήρθε ο βασιλιάς. Τον χαιρέτισε και μετά δάγκωσε το τελευταίο ροδάκινο που είχε στο καλάθι της.
”Φαίνονται γλυκά” είπε ο βασιλιάς.
”Πράγματι” αποκρίθηκε η βασίλισσα. Κι απλώνοντας το χέρι της έδωσε το τελευταίο της ροδάκινο στον αγαπημένο της.
”Πόσο με αγαπάει” σχολίασε μετά ο βασιλιάς ”στερήθηκε την απόλαυση της για να μου δώσει εμένα το τελευταίο ροδάκινο του καλαθιού. Δεν είναι εκπληκτική;”
Πέρασαν ορισμένα χρόνια-και ποιος ξέρει- το πάθος και ο έρωτας του βασιλιά έσβησαν απ τη καρδιά του. Καθόταν μαζί μ ένα στενό του φίλο κι έλεγε:
”Ποτέ δε φέρθηκε σαν βασίλισσα, μια φορά μάλιστα με παράκουσε και χρησιμοποίησε τη προσωπική μου άμαξα. Θυμάμαι και μια μέρα που μου έδωσε να φάω ένα δαγκωμένο φρούτο.”
”Η πραγματικότητα είναι πάντα η ίδια. Κι είναι όντως αυτό που είναι. Ωστόσο ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνεύσει μια κατάσταση με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, τον ακριβώς αντίθετο.΄΄ είπε.
”Πρόσεχε τι αντιλαμβάνεσαι” έλεγε ο Μπάντουιν ο σοφός. Αν ότι βλέπεις ταιριάζει ”γάντι” με τη πραγματικότητα που περισσότερο σε βολεύει
… τότε
ΜΗΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΣΑΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ!!!
ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ
via

Nayia Kouls



”go"
RefreshPage