Εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού...(διδακτική Ιστορία )
Ο ανόητος και ο βασιλιάς
Ο ανόητος άνθρωπος και ο βασιλιάς
Κάποτε, ένας άνθρωπος ανόητος ξεκίνησε για το παλάτι του βασιλιά. Στον δρόμο, οι άλλοι τον έδειχναν και γελούσαν μαζί του.
«Τι δουλειά έχει ένας ανόητος στο παλάτι του βασιλιά;» του έλεγαν σαρκαστικά. «Θα γίνω ο δάσκαλος του βασιλιά», τους απαντούσε εκείνος με βεβαιότητα.
Η απάντησή του έκανε τους άλλους να γελούν περισσότερο.
Όταν λοιπόν έφτασε στο παλάτι, ο βασιλιάς σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να διασκεδάσει λίγο μαζί του.
«Πώς τολμάς να έρχεσαι και να ενοχλείς τον βασιλιά;» τον ρώτησε με αυστηρό τόνο.
«Είμαι εδώ για να γίνω δάσκαλός σας», απάντησε με σιγουριά ο ανόητος.
Ο βασιλιάς γέλασε με την καρδιά του. «Τι θα μπορούσε ένας ανόητος σαν κι εσένα να μου διδάξει;».
«Ορίστε», απάντησε αυτός. «Ήδη αρχίσατε να μου κάνετε ερωτήσεις».
Στην αίθουσα έπεσε νεκρική σιγή και όλο το προσωπικό κρατούσε την αναπνοή του.
Ο βασιλιάς αιφνιδιάστηκε, αλλά στη συνέχεια του είπε: «Οφείλω να ομολογήσω ότι η αντίδρασή σου ήταν έξυπνη, αλλά δεν απάντησες στην ερώτησή μου».
«Βασιλιά μου, μόνο ένας ανόητος έχει μια απάντηση για τα πάντα».
Ο βασιλιάς έμεινε εμβρόντητος. «Μα τι γνώμη θα σχηματίσουν οι υπήκοοί μου αν κάνω έναν ανόητο δάσκαλό μου;».
«Είναι προτιμότερο να υπάρχει ένας ανόητος δάσκαλος παρά ένας ανόητος βασιλιάς», απάντησε εκείνος.
Ο βασιλιάς αιφνιδιάστηκε από τις απαντήσεις του ανόητου, αλλά προσπάθησε να σώσει την κατάσταση με μια έξυπνη ερώτηση: «Αν όμως πάρω έναν ανόητο ως δάσκαλο, δεν σημαίνει ότι είμαι κι εγώ ανόητος;».
«Βασιλιά μου, μόνο ένας ανόητος θεωρεί ότι δεν είναι ανόητος».
Και έτσι, μετά απ’ αυτό, ο ανόητος έγινε τελικά δάσκαλος του βασιλιά.
Το νησί των συναισθημάτων
Ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε πριν από πολλά χρόνια το Νησί των Συναισθημάτων, ένα συγκινητικό και τρυφερό κείμενο για την αγάπη και την αξία της στο χρόνο. Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα. Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα. Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν. Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή. Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό. Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;», «Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα» Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος. «Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη. «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία. Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια. «Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου». Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη. Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια. Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!». Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του. Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του. Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση: «Γνώση, ποιος με βοήθησε»; «Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση. «Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε o Χρόνος;» Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε: «Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».
Μην παραιτείσαι
Ήταν μια φορά μια κάμπια που είχε ερωτευτεί ένα λουλούδι.
Ήταν, οπωσδήποτε, ένας αδύνατος έρωτας, αλλά το έντομο δεν σκόπευε να αποπλανήσει το λουλούδι ούτε να κάνει σχέση μαζί του. Ούτε καν ήθελε να του μιλήσει για έρωτα. Ονειρευόταν μόνο να φτάσει μέχρι το λουλούδι και να του δώσει ένα φιλί. Μόνο ένα φιλί.
Κάθε πρωί και κάθε απόγευμα η κάμπια έβλεπε τον αγαπημένο της όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο μακριά. Κάθε νύχτα, ονειρευόταν πως τελικά τον έφτανε και τον φίλαγε.
Μια μέρα, η μικρή κάμπια αποφάσισε πως δεν μπορούσε να συνεχίσει να ονειρεύεται κάθε νύχτα το λουλούδι και να μην κάνει τίποτα για να πραγματοποιήσει το όνειρό της. Έτσι, θαρραλέα, ανακοίνωσε στους φίλους της τους σκαραβαίους, τα μυρμήγκια και τα σκουλήκια ότι θα σκαρφάλωνε στο κοτσάνι, για να φιλήσει το λουλούδι.
Όλοι συμφώνησαν πως είχε τρελαθεί, και οι περισσότεροι προσπάθησαν να τη μεταπείσουν, αλλά δεν υπήρχε τρόπος: η κάμπια σύρθηκε μέχρι τη ρίζα του μίσχου κι άρχισε την ανάβαση. Σκαρφάλωνε όλο το πρωί κι όλο το απόγευμα αλλά, όταν ο ήλιος κρύφτηκε, οι μύες της είχαν εξαντληθεί. «Θα περάσω τη νύχτα πιασμένη απ’ το μίσχο, κι αύριο θα συνεχίσω να ανεβαίνω. Είμαι πιο κοντά απ’ ό,τι χτες» σκέφτηκε, παρόλο που είχε ανέβει μόνο δέκα εκατοστά, ενώ το λουλούδι ήταν πάνω από ενάμισι μέτρο ψηλό. Ωστόσο, το χειρότερο είναι πως, ενώ η κάμπια κοιμόταν, το γλοιώδες και υγρό σώμα της γλίστρησε πάνω στο κοτσάνι και η κάμπια ξύπνησε εκεί ακριβώς απ’ όπου είχε ξεκινήσει μια μέρα πριν.
Η κάμπια κοίταξε προς τα πάνω και σκέφτηκε πως έπρεπε να κάνει διπλή προσπάθεια κατά τη διάρκεια της μέρας και να πιαστεί καλύτερα τη νύχτα. Οι καλές της προθέσεις δεν ωφέλησαν καθόλου. Κάθε μέρα η κάμπια σκαρφάλωνε, και κάθε νύχτα γλιστρούσε ξανά μέχρι κάτω. Ωστόσο, κάθε νύχτα, ενώ γλιστρούσε ασυναίσθητα, συνέχιζε να ονειρεύεται το ποθητό φιλί.
Οι φίλοι της της ζήτησαν να παραιτηθεί από το όνειρό της, ή να ονειρευτεί κάτι άλλο , αλλά η κάμπια υποστήριξε με λογική, ότι δεν μπορούσε να αλλάξει το όνειρο που έβλεπε ενώ κοιμόταν κι ότι, αν εγκατέλειπε τα όνειρά της, θα έπαυε να είναι αυτή που ήταν. Όλα συνεχίστηκαν έτσι για μέρες, μέχρι που ένα βράδυ…
Ένα βράδυ η κάμπια ονειρεύτηκε τόσο έντονα το λουλούδι, που τα όνειρά της μετατράπηκαν σε φτερά, και το πρωί η κάμπια ξύπνησε πεταλούδα, άπλωσε τα φτερά της, πέταξε μέχρι το λουλούδι και το φίλησε.
Το αξεπλήρωτο χρέος και τα δώρα του μαχαραγιά
Μια φορά, ένας μαχαραγιάς που ήταν διάσημος για τη μεγάλη σοφία του, έκλεινε τα εκατό χρόνια. Το γεγονός έγινε δεκτό με μεγάλη χαρά διότι όλοι αγαπούσαν πολύ τον κυβερνήτη τους. Στο παλάτι οργάνωσαν μια μεγάλη γιορτή για τη βραδιά εκείνη, και προσκάλεσαν τους ισχυρούς των άλλων βασιλείων.
Το μοιρασμένο φλουρί - Παύλος Νιρβάνας
Την Πρωτοχρονιά είθισται να ανταλλάσσουμε ευχές χρησιμοποιώντας εκφράσεις οι οποίες έχουν καταστεί στερεότυπες και δεν αποδίδουν το πραγματικό νόημα της έλευσης του νέου έτους. Φέτος θα ευχηθούμε με ένα χρονογράφημα του μεγάλου λογοτέχνη Παύλου Νιρβάνα με τίτλο «Το μοιρασμένο φλουρί». Ο Παύλος Νιρβάνας (το πραγματικό του ονοματεπώνυμο ήταν Πέτρος Αποστολίδης) γεννήθηκε στην Μαριούπολη της Ουκρανίας το 1866 και πέθανε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 1937. Υπήρξε εκ των μεγαλύτερων ηθογράφων της εποχής, προσωπικός φίλος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και τα έργα του χαρακτηρίζονται από λυρισμό και συμβολισμούς.
—————————————-
Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου ‘πεσε – ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα- βγήκε μοιρασμένο. Πώς έρχονται τα πράματα καμιά φορά! Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει τα κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε σαν να θυμήθηκε κάτι.
«Ξεχάσαμε» είπε «το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να’ ρθει ύστερ’ απ’ τους αγίους. Ας είναι όμως……θα το κόψω τώρα και ύστερα θ’ αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός».
Κατέβασε το μαχαίρι. «Του φτωχού…» ονομάτισε. Έπειτα ερχότανε το δικό μου το κομμάτι, που ήμουν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά. Καθώς τραβούσε όμως το κομμάτι του φτωχού, για να κόψει το δικό μου, το χρυσό φλουρί κύλησε απάνω στο τραπεζομάντιλο. Το κόψιμο της πίτας σταμάτησε. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον, κι ο πατέρας όλους μας. «Ποιανού είναι τώρα το φλουρί;» είπε η μητέρα μου. Του ζητιάνου ή του Πέτρου; Εγώ λέω πως είναι του Πέτρου». Η καημένη η μητέρα. Το είχε καημό να μου πέσει εμένα το φλουρί, γιατί ήμουν άτυχο παιδί. Ποτέ μου δεν είχα κερδίσει τίποτε. «Ούτε του ζητιάνου είναι» είπε ο πατέρας μου «ούτε του Πέτρου». Το σωστό σωστό. Το φλουρί μοιράστηκε. Ήτανε ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Καθώς τα χώρισε το μαχαίρι, έπεσε κάτω. Το μισό είναι του ζητιάνου, το μισό του Πέτρου.» «Και τι θα γίνει τώρα;» ρώτησε στεναχωρημένη η μητέρα μου. «Τι θα γίνει; …» συλλογιζόμαστε κι εμείς. « Μην πονοκεφαλάτε …» είπε ο πατέρας.
Άνοιξε το πορτοφολάκι του, έβγαλε από μέσα δύο μισές χρυσές λίρες και τις ακούμπησε στο τραπέζι: «Να τι θα γίνει. Αυτή φυλάχτε τη να τη δώσετε στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα μας. Είναι η τύχη του. Η άλλη μισή είναι του Πέτρου». Και μου την έδωκε. «Καλορίζικη! Και του χρόνου, παιδί μου. Είσαι ευχαριστημένος;» Ήμουν και με το παραπάνω. Η ιδέα, μάλιστα, πως είχα συντροφέψει με το ζητιάνο με διασκέδαζε πολύ. «Θα του τη δώσω εγώ, με το χέρι μου…» είπα. Γελούσαμε όλοι με την παράξενη τύχη μου. Τα άλλα παιδιά με πειράζανε: «Ο σύντροφος του ζητιάνου». Μονάχα ο πατέρας μου δε γελούσε. Εκείνος με τράβηξε κοντά του, με φίλησε και μου είπε: «Μπράβο σου. Είσαι καλό παιδί».
Το άλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε η πόρτα. Κάτι μου έλεγε πως ήταν ο ζητιάνος, που έφτασε βιαστικός να πάρει το μερίδιό του. Έτρεξα στην πόρτα, με τη μισή λίρα. Ήταν ένας γέρος ζητιάνος με κάτασπρη γενειάδα, γειρτός από τα χρόνια. Και μουρμούριζε ευχές τρέμοντας από το κρύο. «Πάρε, παππού …» του είπα. Ο γέρος, που δεν έβλεπε καλά και που του είχε γυαλίσει, φαίνεται, παράξενα από μακριά το χρυσό νόμισμα, το ‘φερε κοντά στα μάτια του, για να το κοιτάξει καλύτερα. Δε μπορούσε να πιστέψει πως κρατούσε χρυσάφι στα χέρια του τον καιρό εκείνο, που όλοι δίνανε στους ζητιάνους δίλεφτα και μονόλεφτα. «Τι είν’ αυτό, παιδάκι μου;» με ρώτησε. «Δυάρα γυαλισμένη;»
«Μισή λίρα είναι, παππού …» του είπα. «Πάρ’ τηνε. Δικιά σου είναι».
Ο καημένος ο ζητιάνος δεν ήθελε να το πιστέψει: «Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονιούς σου. Δεν έχω όρεξη να με παίρνουν στις αστυνομίες για κλέφτη, μέρα που είναι». Του εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιρασθεί το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο γέρος έτρεμε τώρα περισσότερο. Μα έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τ’ αρρωστημένα του μάτια και είπε: «Ο Θεός είναι μεγάλος. Να ζήσεις, παιδάκι μου, να σε χαίρονται οι γονείς σου. Και ο Θεός να σ’ αξιώσει να ‘χεις πάντα όλα τα καλά, να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Την ευχή μου να ‘χεις».
Μου ‘δωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατά τον ουρανό τα αρρωστημένα του μάτια και κατέβηκε, με το ραβδί του, τη σκάλα. Έτσι τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Μα από τότε, όσες φορές δίνω μια βοήθεια σ’ έναν φτωχό, συλλογίζομαι: Τάχα εγώ μοιράζω τα λεφτά μου με το φτωχό ή ο φτωχός μοιράζεται τα λεφτά του μ’ εμένα; Αυτό δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε τότε, που μοίρασα με τον παλιό ζητιάνο το φλουρί της βασιλόπιτας
Μην ψάχνεις να βρεις κάτι που ήδη ξέρεις - Άκου την ψυχή σου!!!
Κάποτε, ένας αυτοκράτορας ζήτησε από έναν άντρα, ο οποίος θεωρούνταν ο σοφότερος άνθρωπος στον κόσμο, να γράψει ένα βιβλίο που θα περιείχε όλη την απαραίτητη γνώση.
Ο σοφός άρχισε να εργάζεται και 12 χρόνια αργότερα έδωσε στον αυτοκράτορα μια σειρά από βιβλία.
«Είναι πάρα πολλά», του είπε ο αυτοκράτορας. «Συγκέντρωσε μόνο όλη την απαραίτητη γνώση σε ένα βιβλίο».
Ο άνθρωπος υπάκουσε και επέστρεψε 4 χρόνια αργότερα με ένα βιβλίο.
«Και πάλι είναι πάρα πολύ», του είπε ο αυτοκράτορας. «Πρέπει να διοικήσω την αυτοκρατορία μου και έχω πολλές υποχρεώσεις. Γράψε σε μερικές σελίδες ό,τι θεωρείς εσύ ότι είναι πραγματικά σημαντικό και ξαναέλα».
Και πάλι ο σοφός στρώθηκε στη δουλειά. Μετά από 2 χρόνια είχε συνοψίσει την ουσία της γνώσης σε αρκετές σελίδες. Τις έδωσε στον αυτοκράτορα, ο οποίος όμως ήταν πολύ απασχολημένος εκείνη την ημέρα και του έδωσε μια τελευταία οδηγία: να γράψει τα πάντα σε ένα φύλλο χαρτί. Ο σοφός χρειάστηκε πολλά χρόνια για να χωρέσει όλη την απαραίτητη γνώση μόνο σε ένα φύλλο χαρτί.
Και πάλι ο αυτοκράτορας δεν έμεινε ευχαριστημένος. «Θα σου κάνω μια πρόταση: σταμάτα να γράφεις. Προσπάθησε να συγκεντρώσεις την ουσία της γνώσης σε μια λέξη και έλα να μου την πεις. Θα σε πληρώσω καλά».
«Βρήκες τη λέξη;», τον ρώτησε ο αυτοκράτορας.
«Μάλιστα, Μεγαλειότατε. Την έχω βρει».
«Έλα να μου την ψιθυρίσεις στο αυτί», είπε ο αυτοκράτορας.
Ο σοφός πλησίασε τον αυτοκράτορα, έσκυψε και του ψιθύρισε τη λέξη ώστε να την ακούσει μόνο αυτός.
Τότε ο αυτοκράτορας αναφώνησε: «Μα αυτό το ήξερα ήδη!».
Σημ. Στήλης: Μην ψάχνεις να βρεις την λέξη -κάτι που ήδη ξέρεις- Άκου την ψυχή σου.. τόχεις!
Μπορεί τα πράγματα να μην είναι όπως τα βλέπουμε
"Ένα νεόνυμφο ζευγάρι μετακόμισε σε μια πολύ ήσυχη γειτονιά. Το πρώτο πρωί στο καινούργιο σπίτι, ενώ απολάμβαναν τον καφέ τους, η γυναίκα παρατήρησε, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, την γειτόνισσα που απλώνει τα σεντόνια της.
Η υπόσχεση μπορεί και να σκοτώσει (Ηθική ιστορία)
"Μια κρύα νύχτα, ένας δισεκατομμυριούχος συνάντησε έναν φτωχό γέρο έξω. Τον ρώτησε: "Δεν νιώθεις ότι κάνει κρύο και δεν φοράς ζεστά ρούχα"? Ο γέροντας απάντησε: Δεν έχω, αλλά το έχω συνηθίσει. Ο δισεκατομμυριούχος απάντησε: "Περιμένετε Εδώ! θα μπω σπίτι μου τώρα και θα σας φέρω ζεστά ρούχα." Ο καημένος ο γέροντας ήταν τόσο χαρούμενος και είπε ότι θα τον περίμενε. Ο δισεκατομμυριούχος μπήκε στο σπίτι του και ξέχασε τον γέροντα.
Όταν η αγάπη γίνεται πράξη
Όταν η αγάπη γίνεται πράξη. Τι σημαίνει ένα χαμόγελο.Τι σημαίνει μια καλή πράξη.Τι σημαίνει συμπόνια.Τι σημαίνει να είναι κάποιος ΑΝΘΡΩΠΟΣ ;Τι σημαίνει να χαρίζεις ένα χαμόγελο ενώ έχεις ανάγκη να σου χαμογελάσουν;Τι σημαίνει να δίνεις ενώ έχεις εσύ ανάγκη;Τι σημαίνει να αγκαλιάζεις ρεαλιστικά ή νοερά ενώ έχεις ανάγκη να αγκαλιαστείς εσύ;Τι σημαίνει να δίνεις και να δείχνεις αγάπη ενώ θέλεις να νοιώσεις και εσύ πως σε αγαπούν;Όλες οι πιο πάνω ερωτήσεις είναι τροφή για σκέψη και για σκέψεις.Ένα μικρό κοριτσάκι από τις Φιλιππίνες νοιώθει την ζεστασιά της αγάπης που η ίδια προσφέρει απλόχερα στον συνάνθρωπο της και νοιώθει πολύ χαρά αν και οι κακουχίες που πέρασε στην ζωή της θα έπρεπε να της στερούν αυτή την χαρά.Nayia KoulsΟ σoφός βασιλιάς-Μια αλληγορική ιστορία
Σε κάποια πόλη οι πολίτες είχαν έθιμο να επιλέγουν για βασιλιά τους έναν άγνωστο που δεν ήξερε τους νόμους και τα έθιμά τους. Αφού τον έστεφαν βασιλιά, τον έντυναν με πανέμορφα ρούχα, τον έτρεφαν αφειδώς και τον περιέβαλαν με κάθε πολυτέλεια. Ωστόσο μόλις περνούσε ένας χρόνος από τη στέψη του , τον εκθρόνιζαν, του έπαιρναν πίσω τα ρούχα και όλες τις ανέσεις που του έδωσαν και τον οδηγούσαν τελείως γυμνό σε κάποιο απομακρυσμένο νησί, όπου μπορούσε να πεθάνει από τις κακουχίες και τη δυστυχία. Ύστερα, οι πολίτες αυτής της πόλεως διάλεγαν άλλον ξένο για βασιλιά τους, μόνο για ένα χρόνο πάλι, κατόπιν διάλεγαν έναν τρίτο ξένο, ύστερα έναν τέταρτο, πέμπτο, έκτο κ.ο.κ.
Κάποτε συνέβη να επιλέξουν έναν πολύ σοφό και προσεκτικό άνθρωπο για βασιλιά τους. Αυτός πληροφορήθηκε από τους υπηρέτες του το τι είχε συμβεί στους προηγούμενους βασιλείς , μετά την ετήσια θητεία τους. Έτσι, λοιπόν, στη διάρκεια της δικής του θητείας συγκέντρωνε επιμελώς προμήθειες τροφίμων και αγαθών και τα έστελνε καθημερινά σ’ εκείνο το νησί.
Όταν συμπληρώθηκε ο χρόνος του και ήρθαν και του πήραν όλα όσα είχε, αγαθά και ρούχα, οδηγώντας τον ύστερα στο νησί της εξορίας, εκείνος βρέθηκε με τεράστια αποθέματα φαγητών, πολύτιμων λίθων, ασημιού και χρυσού, κι έτσι συνέχισε να ζει εκεί ακόμη καλύτερα απ’ ό,τι είχε ζήσει στην πόλη!
Η ερμηνεία αυτής της ιστορίας; Η πόλη αντιπροσωπεύει τον κόσμο, οι πολίτες τα πονηρά πνεύματα και οι βασιλείς είναι οι άνθρωποι, άφρονες ή σοφοί.
Οι άφρονες σκέπτονται μόνο τις απολαύσεις της παρούσας ζωής, σαν να ήταν αιώνιες˙ στο τέλος έρχεται ο θάνατος και τους στερεί όλες τις απολαύσεις και τότε, απογυμνωμένοι από κάθε αγαθό, πηγαίνουν στην κόλαση. Απεναντίας , οι σοφοί επιτελούν πολλά καλά έργα και στέλνουν τα καλά έργα τους να προπορεύονται στον άλλο κόσμο. Στην κοίμησή τους, οι σοφοί βασιλείς – οι αγαθοί άνθρωποι- αναχωρούν για εκείνο τον κόσμο, όπου τους περιμένουν συσσωρευμένοι θησαυροί και όπου βασιλεύουν με ακόμη μεγαλύτερη δόξα και ομορφιά απ' ό,τι βασίλευαν εδώ στη γη!
---
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς - Πνευματικό ημερολόγιο - Ο Πρόλογος της Αχρίδος: Βίοι Αγίων, Ύμνοι, Στοχασμοί και Ομιλίες για κάθε ημέρα του χρόνου: Νοέμβριος













